φιλοσκώμμων

φιλοσκώμμων
ων, ον насмешливый, саркастический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "φιλοσκώμμων" в других словарях:

  • φιλοσκώμμων — fond of scoffing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκώμμων — ον ΝΜΑ (στην νεοελλ. ως λόγιος τ.) αυτός που τού αρέσουν τα πειράγματα ή οι αστεϊσμοί. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + σκώμμων (< σκῶμμα «πείραγμα, αστεϊσμός»)] …   Dictionary of Greek

  • φιλοσκώμμονα — φιλοσκώμμων fond of scoffing neut nom/voc/acc pl φιλοσκώμμων fond of scoffing masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκωμμόνων — φιλοσκώμμων fond of scoffing gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκωμμόνως — φιλοσκώμμων fond of scoffing adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκώμμονας — φιλοσκώμμων fond of scoffing masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκώμμονες — φιλοσκώμμων fond of scoffing masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκώμμονι — φιλοσκώμμων fond of scoffing dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκώμμονος — φιλοσκώμμων fond of scoffing gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκώμμοσι — φιλοσκώμμων fond of scoffing dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσκώμμοσιν — φιλοσκώμμων fond of scoffing dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»